Βαθιά στον ορίζοντα βουνά χιονισμένα στην κορφή τους, πεύκα πυρπολημένα, λες και μουντζώνουνε τον ουρανό, ένα μονοπάτι αργυρό να κατηφορίζει στο απέναντι ύψωμα, μια ατμόσφαιρα μουντή και μια θλίψη στην ψυχή μου, ο πίνακας της στιγμής αυτής. Η Σάντα Κλαρίτα απέναντι, σειρήνα, να με καλεί στην αγκαλιά της, και μένα η σκέψη μου ν' αρμενίζει εκεί, μακριά. Με συντροφιά τη μοναξιά, ωστόσο, τροχηλάτησα προς τα εκεί. Ο καιρός μίζερος και κακόψυχος, ζέστη και κρύο μαζί. Άνθρωποι βλοσυροί, επιτηδευμένες εκφράσεις, κακογραμμένα χείλια, μαραμένα κέρινα χαμόγελα. Ένα παράπονο κι απέραντη μοναξιά, μέσα στις ψυχές. Στα σταυροδρόμια, στοίβες οι άνθρωποι, χωρίς αυλές, χωρίς κήπους. Άνθρωποι αδιάφοροι, αστόχαστοι και ισοπεδωμένοι, χωρίς καλημέρες κι επικοινωνία μεταξύ τους. Καρτέρι στον ήλιο, παιδιά χτισμένα σε τέσσερις τοίχους ανήλιαγα, σωστές τρώγλες, αντάμα με την μοναξιά. Μοναξιά παντού, σε σημείο να έχεις την αίσθηση παντελούς αδράνειας πως τριγύρω δεν κινείται τίποτα, ούτε αέρας, ούτε θάλασσες. Τα πουλιά, σε σχήμα πτήσης, θλιβερές φιγούρες, ακίνητα, λες καρφωμένα στην πηχτή ατμόσφαιρα. Και να κυκλοφορούνε - για φαντάσου - τόσοι άνθρωποι! Τόσοι άνθρωποι και να νιώθεις μόνος!. Πώς να ζήσεις σε τέτοιον περίγυρο, χωρίς φίλους, καλημέρες κι ευγενικές διαχύσεις; Πώς να ζήσεις ασφαλής, χωρίς τη θέρμη της ανθρωπιάς και της αλληλουχίας; Πώς να ζήσεις μακρυά από τις χαμένες πατρίδες, αβοήθητος και αποξενωμένος, μέσα σε μια ανάλγητη κοινωνία, που ο καθένας αγνοεί τον διπλανό του; Η αδιαφορία παρα την προσπάθεια δεν κρύβεται, είναι έντονα ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. Οι καθρέφτες αποκρουστικοί. Η πνευματική ζωή κι οι σχέσεις υποβαθμισμένες. Βγήκα έξω για να φύγω. Ψηλά, στο άναστρο θόλωμα τ' ουρανού, ένα φεγγάρι θλιβερό αργοκυλούσε προς τη δύση του. Η Σάντα Κλαρίτα με τον μεγάλο βουβό ποταμό στα σπλάχνα της, έσβηνε σε αργό ρυθμό, το 'να φως της μετά το άλλο κι εγώ, με τα μάτια της φαντασίας μου, την έβλεπα από μακριά που ετοιμαζότανε να κοιμηθεί μακάρια. Οι νοτισμένοι δρόμοι αδειάζανε. Που και που, κάνας αργοπορημένος, πήγαινε σπίτι του παραπαίοντας.
Μια Κυριακή ξημέρωνε, παρηγοριά οι ζωγραφιές με λόγια σε χαρτί μ' άσπρο φόντο κι ένας ήλιος ολοπόρφυρος που ακροβατούσε μέσα σε ρόδινα σύννεφα. Τα κύματα της θάλασσας θρασομανούσανε στα γύρω βράχια της ακρογιαλιάς. Μακριά στην κόχη του ορίζοντα το πλοίο του γυρισμού φάνταζε στο βάθος.
Μια Κυριακή ξημέρωνε, παρηγοριά οι ζωγραφιές με λόγια σε χαρτί μ' άσπρο φόντο κι ένας ήλιος ολοπόρφυρος που ακροβατούσε μέσα σε ρόδινα σύννεφα. Τα κύματα της θάλασσας θρασομανούσανε στα γύρω βράχια της ακρογιαλιάς. Μακριά στην κόχη του ορίζοντα το πλοίο του γυρισμού φάνταζε στο βάθος.
No comments:
Post a Comment